11 Σεπτεμβρίου 2015

Με τον ΣΥΡΙΖΑ τού σήμερα για το αύριο ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ Α. ΒΡΑΤΣΑΛΗ* Ούτε με τη Δεξιά τού χθες, ούτε με την Αριστερά τού μεθαύριο ή παραμεθαύριο

Με τον ΣΥΡΙΖΑ τού σήμερα για το αύριο ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΑΥΓΗ ΤΗΝ 10.09.2015 Με τον ΣΥΡΙΖΑ τού σήμερα για το αύριο ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ Α. ΒΡΑΤΣΑΛΗ* Ούτε με τη Δεξιά τού χθες, ούτε με την Αριστερά τού μεθαύριο ή παραμεθαύριο Όταν η Νέα Δημοκρατία διαπαιδαγωγεί τους οννεδίτες έτσι ώστε να φωνάζουν στις προεκλογικές συγκεντρώσεις: «Βαγγέλη είσαι σέξι, σκίσε τον Αλέξη» -μια και ο "αυτοφωράκιας" των τζακιών που την ελέγχουν τόσα χρόνια τους ρωτούσε, ως γραμματέας της Νέας Δημοκρατίας κάποτε, στην Πανελλαδική Συνδιάσκεψη της ΔΑΠ - ΑΕΙ το 2003: «Έχετε αρχ...α, ρε;», στέλνοντάς τους να φάνε το "ξύλο της αρκούδας" στην κατάθεση στεφάνων για το Πολυτεχνείο- δεν χρειάζεται να διερωτόμαστε αν η Νέα Δημοκρατία του κ. Μεϊμαράκη δεν είναι η Παλαιά Δημοκρατία των τελευταίων σαράντα χρόνων. Είναι τόσο βαθιά νυχτωμένη για το τι συμβαίνει στη χώρα εδώ και έξι χρόνια, όσο και το επίπεδο της γλώσσας που χρησιμοποιεί στον πολιτικό της λόγο, η γλώσσα της νύχτας δηλαδή. Αυτή ξέρει, αυτή μιλά, με αυτή πάλι θέλει (;) να (συν)κυβερνήσει. Τον εταίρο της στην κυβέρνηση τον θέλει οπωσδήποτε, μπας και κάποιος μπορεί να μιλά και την ημέρα στον λαό. «Δεν σφάξανε», ήταν η απάντηση του Τσίπρα σε αυτή την άκρως ανόητη επιθυμία, που το μόνο που επιδιώκει είναι η θολούρα. Διαφάνεια το πρωί και προσπάθεια να διαλυθούν οι Rangers το βράδυ; Δημοκρατία το πρωί και διαπλοκή το βράδυ; Μα αυτή είναι η νέα στρατηγική των νεοφιλελεύθερων Ευρωπαίων, μπας και καταφέρουν τώρα -αφού δεν το κατάφεραν με το Grexit- να ολοκληρώσουν επιτέλους την αριστερή παρένθεση, διαλύοντας την Αριστερά τού σήμερα μέσα στη Δεξιά τού χθες. Είναι αλήθεια ότι σ' αυτή τους τη στρατηγική έχουν την πολιτική χορηγία της Αριστεράς τού μεθαύριο και, βεβαίως, του παραμεθαύριο. Εν ολίγοις, την Αριστερά για την άλλη ζωή, όχι γι' αυτή που θέλουμε να ζήσουμε. Τη θρησκευόμενη Αριστερά. Την Αριστερά που φοβάται να κυβερνήσει για τα λαϊκά συμφέροντα μη τυχόν και λερώσει τα χέρια της. Την Αριστερά που θέλει τη συνείδησή της, και μόνο τη συνείδησή της, καθαρή. Την Αριστερά που περιμένει στη γωνία για να δει πώς ένας ολόκληρος λαός -το 90% για να ακριβολογούμε- θα πέφτει στον γκρεμό για να πάει μετά να του πει, ατσαλάκωτη, με τη συνείδησή της -προπάντων τη συνείδησή της- καθαρή: «Εγώ σου τα έλεγα». Βλέπω μπροστά μου την εξής σκηνή: Τα στελέχη της Λαϊκής Ενότητας να μοιράζουν ασπιρίνες στα 10 από τα 11 εκατομμύρια του κόσμου που θα βρίσκεται γκρεμοτσακισμένος πια και τα στελέχη του ΚΚΕ να ξεματιάζουν αυτά τα 10 εκατομμύρια μπας και τους φύγει ο πονοκέφαλος από το μεγάλο τράκο που έζησαν. Μπορεί και να τσακώνονται και μεταξύ τους στον διαχωρισμό των πονοκεφαλιασμένων, μεταξύ αυτών που θέλουν ασπιρίνη κι αυτών που θέλουν ξεμάτιασμα. Αυτή είναι και η διαφορά τους. Κι όταν βρίσκουν, κάτω στα Τάρταρα πια, αυτούς που, παρά τη ζάλη τους, θα τους ρωτούν απορημένοι «Καλά, πού ήσασταν σήμερα που ματώναμε για να μη μας ρίξουν;», με καθαρά χέρια και ήσυχη τη συνείδησή τους -προπάντων η συνείδηση, είπαμε- θα απαντούν αφ' υψηλού στους ξαπλωμένους: «Εμείς είμαστε η Αριστερά του μεθαύριο» και «Εμείς είμαστε η Αριστερά του παραμεθαύριο» και στη συνέχεια, αγαπημένοι (;) και οι δύο, όπως τον παλιό καλό καιρό, θα τους λένε: «Εσύ ήθελες την άλλη Αριστερά. Δεν ήθελες να περιμένεις μέχρι την άλλη ζωή».
Ναι, δεν θέλουμε να περιμένουμε μέχρι την άλλη ζωή και δεν σταυροκοπιόμαστε και όλη τη μέρα μη τυχόν και μας συμβεί κάτι κακό. Προσπαθούμε για το καλύτερο, για την ανάκτηση της εθνικής μας κυριαρχίας, για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της διαπλοκής, για μια ανάπτυξη υπέρ των λαϊκών στρωμάτων, για την οριστική απαλλαγή από τα Μνημόνια με λιτότητα. Όχι μόνοι μας, αλλά μαζί με όσους προσπαθούν προς την ίδια κατεύθυνση. Ούτε εφιάλτες να βλέπουμε τα βράδια ότι ζούμε σε μια Παλαιά Δημοκρατία με το παρατσούκλι Νέα Δημοκρατία, ούτε ότι αποδημήσαμε εις Κύριον και βρισκόμαστε στον παράδεισο μαζί με τον Μαρξ, τον Λένιν και τον Στάλιν να φραξιονίζει με τη δική του ομάδα αγίων. Θέλουμε τη ζωή μας καλύτερη, εδώ στη Γη και τώρα. Γι' αυτό ψηφίζουμε και σ' αυτές τις εκλογές ΣΥΡΙΖΑ. Με ακόμα πιο μεγάλο πείσμα. * Ο Κώστας Βρατσάλης είναι καθηγητής, κοσμήτορας στη Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αιγαίου στη Ρόδο

29 Αυγούστου 2015

Τί θέλουμε να γίνει; Κυρίτσης Γιώργος

Τί θέλουμε να γίνει; Κυρίτσης Γιώργος | ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΗΝ ΑΥΓΗ ΤΗΝ 29.08.2015 του Γιώργου Κυρίτση Ένας τρόπος να καταλάβουμε "τί πρέπει να κάνουμε", είναι να απαντήσουμε στο ερώτημα "τί θέλουμε να γίνει" και εν συνεχεία να καθορίσει ο καθένας τη στάση του. Το χειρότερο δυνατό, όχι πολύ πιθανό αλλά ούτε και απίθανο σενάριο είναι αυτό που λέει διάλυση ΣΥΡΙΖΑ και ήττα στις εκλογές. Το σενάριο αυτό θα σημάνει στρατηγική καταστροφή για την αριστερά σε όλη την Ευρώπη, καθώς ο τίτλος θα είναι ότι "Η συντηρητική αντιπολίτευση, νίκησε την αριστερά και επιστρέφει στην εξουσία στην Ελλάδα" - τόσο απλά όσο σύνθετη και να 'ναι η δική μας ανάλυση. Ο συμβιβασμένος ΣΥΡΙΖΑ παραμένει πολύ αριστερό πράγμα για τον ευρωπαϊκό μ.ο. και αυτό έχει να κάνει και με τα πρόσωπα που τον απαρτίζουν. Εμείς στον ΣΥΡΙΖΑ έχουμε κάθε λόγο να είμαστε από δυσαρεστημένοι έως απογοητευμένοι από την εξέλιξη των πραγμάτων σε σχέση με τις προσδοκίες μας, καθώς τα ζούμε με ένταση εκ των έσω και τα προσωποποιούμε κιόλας. Ωστόσο, για όσους κοιτούν την Ελλάδα από μια απόσταση, πχ από το εξωτερικό, η εικόνα παραμένει το this is a coup, και η ελληνική κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ διατηρούν σχεδόν ακέραια την εικόνα τους με την κατάληξη της διαπραγμάτευσης να λαμβάνεται υπ όψιν. Ο Γκιζι του Λινκε είπε στη γερμανική Βουλή ότι ψηφίζει οχι στο πρόγραμμα με το ίδιο σκεπτικό με το οποίο αν ψήφιζε στην ελληνική βουλή θα ψήφιζε ναι. Δηλαδή το οτι εμείς δεν μας φαινόμαστε όσο αριστεροί θα θέλαμε, δεν σημαίνει ότι ο πιο έξω κόσμος το βλέπει έτσι. Είναι διαφορετικές οι προσλαμβάνουσες Υπάρχει ένα προφανές επιχείρημα υπέρ του να συνεχίσει η χώρα να κυβερνάται απο τον ΣΥΡΙΖΑ και αυό είναι πως έχει τεράστια σημασία ποιος διοικεί το κράτος. Μπορούμε να διώξουμε τον συμβιβασμένο ΣΥΡΙΖΑ πχ και να αναθέσουμε το μεταναστευτικό στους ούγκανους να πνίγουνε τον κόσμο. Αλλά ας πούμε οτι αυτό είναι λαϊκισμός... Αλλά και στο πιο "βασικό" που έχει διχάσει τους αριστερούς, στο θέμα του νομίσματος. Υπάρχει κανείς που αμφιβάλει οτι το θέμα μπορεί να τεθεί με ρεαλιστικούς όρους μόνον αν υπάρχει κατάλληλη διοικητική - εκτός από πολιτική - προετοιμασία. Οτι δηλαδή πρέπει το κράτος - όχι ο ΣΥΡΙΖΑ να έχει τέτοια σχέδια ακόμα και ώρα ανάγκης. Και φυσικά, για να μην γελιόμαστε εάν μια κυβέρνηση δεν έχει τρόπο να αντισταθεί βραχυπρόθεσμα στον τραπεζικό εκβιασμό, δεν μπορεί να κάνει πολλά πράγματα και αυτό αποδείχθηκε αν μη τι άλλο από τα κάπιταλ κοντρολς.
Το αν θα συνεχίσει ο ΣΥΡΙΖΑ να είναι κυβέρνηση και το τί θα πράξει ως κυβέρνηση εξαρτάται καθοριστικά από το τι θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα. Αν θεωρούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα "πασοκοποιηθεί" ότι και να γίνει, ε τότε αυτό θα συμβεί και θα' ναι αυτεκπληρούμενη προσδοκία μαζοχιστικού τύπου. Όμως ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να διατηρήσει και την άσπιλη αριστερή ακεραιότητα του. Πρέπει να προχωρήσει σε σκληρές αποσαφηνίσεις Είναι ασαφές πχ αν η ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ θα ψήφιζε τη λεγόμενη ελληνική πρόταση 47 σελίδων η οποία εκπονήθηκε όταν στην κυβέρνηση συμμετείχαν τα στελέχη που σήμερα συναπαρτίζουν την ΛΑΕ. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αναγκασμένος να δει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί: Ενδεικτική είναι η παράγραφος κλειδί του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, στην οποία συνοψίσαμε και ψηφίσαμε στην ίδια φράση τη φόρμουλα "Καμία θυσία για το ευρώ - καμία αυταπάτη για τη δραχμή". Δηλαδή, αντί να απαλείψουμε τις δυο ακραίες τιμές, τις προσθέσαμε συνθηματοποιημένες χωρίς να εκπονήσουμε κάποιο σχέδιο. Το αποτέλεσμα ήταν στη σύγκρουση με την πραγματικότητα να σπάσουμε στα δύο. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα με καταστατικές και κατακτημένες δημοκρατικές αρχές λειτουργίας, πολυάριθμα όργανα με ποικίλους ιδιόρρυθμους και κουλτούρα σύνθεσης με άνεση χρόνου και κλήθηκε να λειτουργήσει ως κυβέρνηση σε ένα σκληρά παραδοσιακά και συνταγματικά ρυθμισμένο πρωθυπουργοκεντρικο μοντέλο στο οποίο ο πρόεδρος του είναι ταυτόχρονα πρωθυπουργός και συγκεντρώνει στο πρόσωπό του το σύνολο της ευθύνης και το σύνολο της εξουσίας. Δεν έγινε καμία προσπάθεια να λυθεί αυτός ο κόμπος. Τώρα η ηγεσία αισθάνεται εγκαταλειμμένη από τον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ και τα μέλη φτυσμένα απο την ηγεσία. Προφανώς κ αντικειμενικά η ευθύνη είναι στην ηγεσία κ σε προσωπικό επίπεδο κ στο επίπεδο των αντιλήψεων. Αντιλήψεις "αδιαμεσολάβητης" επαφής του Ηγέτη με Η κεφάλαιο με τον λαό, οδηγούν μαθηματικά στη διάλυση. Εάν δεν λυθούν αυτά τα θέματα, τα άλλα προβλήματα δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν.
Εάν η επόμενη κυβέρνηση είναι ΣΥΡΙΖΑ θα έχει τη δυνατότητα να διορθώσει αυτό που αναγκάστηκε να ψηφίσει και να προωθήσει και άλλα ζητήματα που εκφευγουν απο το σχήμα Μνημόνιο - Αντιμνημόνιο. Για όσους δεν μπήκαν στον ΣΥΡΙΖΑ μετά απο το 2010 οπότε και κυριάρχησε λογικά ο αντιμνημονιακός επιτονισμός, η αριστερά είναι κάτι πολύ ευρύτερο, σε απόλυτη κ στρατηγική σύγκρουση βέβαια με το Μνημόνιο αλλά εν πολλοίς και με το Αντιμνημόνιο ως "εν τουτω νικα". Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο "εθνικός" χαρακτήρας του αντιμνημονιακου αγώνα εις βάρος της ταξικής ανάλυσης. Η κυβερνητική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να έχει αυτά τα στοιχεία ταξικής μεροληψίας. Υπερ τίνος; Απ όλες τις ερμηνείες για το 62% μία μόνο είναι ξεκάθαρη και αυτή είναι η γεωγραφική - ταξική αποτύπωση. Οι λαϊκές τάξεις τοποθετηθήκαν με τσαουσεσικη απολυτότητα υπέρ του ΣΥριζα και οι πλούσιοι υπέρ της αντιπολίτευσης. Ο Σύριζα οφείλει ως κυβέρνηση να υπερασπιστεί αυτούς τους ανθρώπους.

26 Αυγούστου 2015

Επτά λόγοι για τους οποίους το νέο Μνημόνιο δεν είναι χειρότερο από τα προηγούμενα Αντωνοπούλου Ράνια

Επτά λόγοι για τους οποίους το νέο Μνημόνιο δεν είναι χειρότερο από τα προηγούμενα Αντωνοπούλου Ράνια | δημοσιεύθηκε Αυγή στις 23.08.2015 Επτά λόγοι για τους οποίους το νέο Μνημόνιο δεν είναι χειρότερο από τα προηγούμενα Της Ράνιας Αντωνοπούλου* Σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι η ωραιοποίηση του τρίτου Μνημονίου, το οποίο ούτως ή άλλως απέχει παρασάγγας από το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και από τους στόχους τής διαπραγμάτευσης της κυβέρνησής μας. Αντιθέτως, αποσκοπεί στην προσγείωση του δημόσιου διαλόγου στα πραγματικά δεδομένα του νέου προγράμματος Η φιλολογία γύρω από το τρίτο Μνημόνιο ή το αποκαλούμενο «αριστερό Μνημόνιο» ανθεί με όλες τις υπερβολές και στρεβλώσεις που ναι μεν προσφέρουν τροφή για ιδεολογικοπολιτική διαμάχη και επικοινωνιακές αντιπαραθέσεις, συγχρόνως όμως απομακρύνουν από την πραγματικότητα και αποπροσανατολίζουν τον γόνιμο πολιτικό διάλογο. Σε καμία περίπτωση σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι η ωραιοποίηση του τρίτου Μνημονίου, το οποίο ούτως ή άλλως απέχει παρασάγγας από το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ και από τους στόχους τής διαπραγμάτευσης της κυβέρνησής μας. Αντιθέτως, αποσκοπεί στην προσγείωση του δημόσιου διαλόγου στα πραγματικά δεδομένα του νέου προγράμματος. Κατ' αρχάς, πριν αξιολογήσουμε και συγκρίνουμε το περιεχόμενο του τρίτου Μνημονίου με τα πρότερα, θα ήθελα να κάνω κάποιες διευκρινήσεις. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η φιλοσοφία του, όπως και εκείνη των προηγούμενων δύο, εδράζεται στην κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη λογική της δημοσιονομικής προσαρμογής. Το 2014 αυτή η πολιτική επικαιροποιήθηκε με την υπογραφή του Δημοσιονομικού Συμφώνου (Fiscal Pact), το οποίο προβλέπει για όσες χώρες - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν δημόσιο χρέος μεγαλύτερο από 100% του ΑΕΠ (δηλαδή Βέλγιο, Ιρλανδία, Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία, Κύπρο) την υποχρέωση να το μειώνουν κατά 1/20 ετησίως μέχρι να φθάσει το 60% αντίστοιχα. Με αυτό το δεδομένο, με ή χωρίς Μνημόνιο, η Ελλάδα υποχρεούται να πιάσει τον παραπάνω στόχο. Επομένως, η λιτότητα αναπόφευκτα αποτελεί μέρος της πολιτικής για μέλη της Ένωσης. Ο ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά αλλά και μετεκλογικά υποστήριξε και υποστηρίζει ότι η συνταγή της λιτότητας δεν μπορεί να μονοπωλεί τις πολιτικές των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, διότι έτσι καταποντίζεται η οικονομία, οξύνονται οι κοινωνικές ανισότητες και διαρρηγνύεται η κοινωνική συνοχή. Η κυβέρνηση γνώριζε εξ αρχής ότι οι υφιστάμενοι πολιτικοί συσχετισμοί στην Ε.Ε. δύσκολα θα αποδέχονταν τις εναλλακτικές πολιτικές κατευθύνσεις μια αριστερής κυβέρνησης, πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για τη μοναδική αριστερή κυβέρνηση στην Ευρώπη. Παρά τα λάθη τακτικής, διαπραγματευτήκαμε σκληρά και προσπαθήσαμε όσο καμία άλλη ελληνική κυβέρνηση να πείσουμε τους εταίρους για ένα διαφορετικό μείγμα πολιτικής που θα επικεντρωνόταν στην αναπτυξιακή του πτυχή και θα επιμέριζε διαφορετικά τα κοινωνικά βάρη, ευνοώντας τις πιο αδύναμες εισοδηματικά τάξεις. Επιδιώξαμε έναν συμβιβασμό, ο οποίος σίγουρα απείχε από το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, αλλά περιείχε λιγότερη δόση λιτότητας. Η εκκωφαντική απόρριψη αυτής της εναλλακτικής πορείας από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς εκφράστηκε και με το κλείσιμο των τραπεζών και την επιβολή των capital controls. Εντούτοις, ο σπόρος της αμφισβήτησης της ασκούμενης πολιτικής έπεσε και η πλειονότητα του ελληνικού λαού νομίζω ότι το αναγνωρίζει. Η πρώτη μάχη χάθηκε, αλλά όχι ο πόλεμος. Η αναμφισβήτητη για τις προσδοκίες της Αριστεράς ήττα στη διαπραγμάτευση με τους εταίρους έφερε το τρίτο κατά σειρά Μνημόνιο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το νέο πρόγραμμα είναι το χειρότερο όλων, όπως διατείνονται εκείνοι που επιζητούσαν πάση θυσία μια συμφωνία αλλά και εκείνοι που βλέπουν το μέλλον της χώρας εκτός ευρώ. Το νέο Μνημόνιο είναι μεν επαχθές για τον βασανισμένο ελληνικό λαό, αλλά σαφώς ελαφρύτερο από όλα όσα προηγήθηκαν ή προτάθηκαν, όπως αποκαλύπτει η συγκριτική γλώσσα των αριθμών. Στον πίνακα που ακολουθεί παρουσιάζονται επτά κριτήρια σύγκρισης του τρίτου Μνημονίου με τα δύο προηγούμενα καθώς και με τα σχέδια Χαρδούβελη και Γιούνκερ.
1. Η μεγαλύτερη διάρκεια του νέου προγράμματος επιτρέπει τον προγραμματισμό και την ωρίμανση κυρίως των διαρθρωτικών μέτρων, τα οποία χρειάζονται μεγαλύτερη περίοδο για να αποδώσουν. Τα προηγούμενα προγράμματα ήταν έντονα εμπροσθοβαρή και στόχευαν στην άμεση επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων, ανεξαρτήτως επιπτώσεων στο κοινωνικό σύνολο. 2. Το συνολικό ύψος των πρόσθετων μέτρων είναι σαφώς μικρότερο σε σχέση με τα δύο προηγούμενα Μνημόνια. 3. Το ύψος των νέων μέτρων, παρ' ότι όλα δεν έχουν θεσμοθετηθεί και εκτιμηθεί από την αρμόδια αρχή, που είναι το ΓΛΚ, είναι σημαντικά μικρότερα σε ετήσια βάση. 4. Οι δημοσιονομικοί στόχοι (πρωτογενή πλεονάσματα) του νέου προγράμματος είναι σημαντικά χαμηλότεροι των άλλων προγραμμάτων, γεγονός που αφήνει περιθώρια σταδιακής ανάκαμψης της οικονομίας. 5. Τα μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα μπορούν να επιφέρουν καλύτερη προσαρμογή του ετήσιου κόστους των μέτρων. 6. Στο τρίτο Μνημόνιο προβλέπεται εξοικονόμηση του κόστους των μέτρων λόγω της αναδιάρθρωσης του χρέους την τριετία 2016 - 2018. Η αναδιάρθρωση χρέους δεν υπήρχε καν στα σχέδια Χαρδούβελη και Γιούνκερ. 7. Στο νέο Μνημόνιο επιτυγχάνεται ευνοϊκότερη προσαρμογή ετήσιου κόστους λόγω αναδιάρθρωσης του χρέους. Συγκεκριμένα, τα 20 δισ. του ΔΝΤ, τα οποία επιβαρύνονταν με επιτόκιο 3,8% (αυτό που δανείζεται βάσει των SDR συν 100 μονάδες βάσης), θα περάσουν στον ESM με επιτόκιο 2,6%. Το ίδιο θα συμβεί και με τα 27 δισ. της EΚΤ (προηγούμενο επιτόκιο 4,5%). Οι παραπάνω διαφορές είναι μόνο ενδεικτικές, αφού το καθένα από τα παραπάνω στοιχεία συντάχθηκε για διαφορετικό σκοπό και χρονικό ορίζοντα.
Φυσικά, δεν καθιστούν το νέο πρόγραμμα λιγότερο επαχθές για τον ελληνικό λαό. Ωστόσο, στο χέρι μας είναι τη μάχη που χάσαμε στη διαπραγμάτευση του προγράμματος διάσωσης της χώρας να την κερδίσουμε ακολούθως στην πράξη, πείθοντας για την ικανότητα καταπολέμησης της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής, εκσυγχρονισμού του κράτους και ανακατανομής των πόρων του ΕΣΠΑ υπέρ της δημιουργίας μαζικής απασχόλησης, ώστε μαζί με την ελάφρυνση του χρέους να τονωθεί η ανάπτυξη και να ανασάνει ο τόπος. * Η Ράνια Αντωνοπούλου είναι αναπληρώτρια υπουργός Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης