Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρίση 2008. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κρίση 2008. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
12 Απριλίου 2015
Oi 3 θεσμοι της Λαγκάρντ: Αννας,Καϊάφας, Πόντιος Πιλάτος.
Οι «3 θεσμοί» της Λαγκάρντ: Άννας, Καϊάφας, Πόντιος Πιλάτος…
Κοινωνικά δίκτυα
Αρθρογραφία
Του Διονύση Ελευθεράτου
Να λοιπόν που, τόσο στο πεδίο της ενδυματολογικής σημειολογίας, όσο και σε αυτό της φιλολογίας, η Κριστίν Λαγκάρντ βρίσκει τρόπο να συνενώσει το Πάσχα με το Καρναβάλι. Ως γνωστόν ανήμερα του Πάσχα των Καθολικών, για τις ανάγκες της συνάντησης με τον Γιάνη Βαρουφάκη, η «Ιέρεια» του ΔΝΤ μεταμορφώθηκε σε Joan Jett ή Suzi Quatro (οι ροκάδες ξέρουν…). Γιατί όχι; Η προσαρμοστικότητα είναι αρετή.
Αυτό, προ ημερών. Τώρα, στις ημέρες του ημέτερου Πάσχα, η Κριστίν μεταμορφώνεται σε ευαγγελίστρια της κοινωνικής δικαιοσύνης και δηλώνει στον διεθνή τύπο ότι στην Ελλάδα «το κόστος της κρίσης κλήθηκαν να το σηκώσουν κυρίως η οι πιο φτωχοί και η μεσαία τάξη». Λογικό: Δεν ήταν εβδομάδα, αλλά πενταετία Παθών – όλο και κάτι πήρε το αφτί και το μάτι της επικεφαλής του ΔΝΤ.
Για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, δεν ανακαλύπτει την Αμερική (εν προκειμένω την Ελλάδα) τώρα, για πρώτη φορά, η Λαγκάρντ. Το έχει πει μια – δυο φορές, νωρίτερα, κατά τη διάρκεια της ελληνικής κατ’ ευφημισμόν δημοσιονομικής προσαρμογής που αύξησε το δημόσιο χρέος από 120% σε 180% του ΑΕΠ, που το επαύξησε σε απόλυτα μεγέθη κατά 21 δισ. ευρώ, που έκανε την Ελλάδα χώρα ανέργων και τον παραγωγικό της ιστό θρύψαλα.
Κάποτε, μάλιστα, η Κριστίν είχε αποκαλύψει απειλές εναντίον της ζωής της, επειδή διαλαλούσε ότι στην Ελλάδα η οικονομική ελίτ δεν «πήρε χαμπάρι» τίποτε από οικονομική κρίση. Εξυπακούεται ότι μία επικεφαλής του ΔΝΤ που μιλά (έστω και μια- δυο φορές σε πέντε χρόνια) σαν μετεμψύχωση της Ρόζα Λούξεμπουργκ, μπορεί με πολλαπλάσια άνεση να ντύνεται σαν την Joan Jett. Ως εδώ καλά, αλλά…
Αλλά τι ακριβώς θα έπρεπε εμείς να ξεχάσουμε ή και να ελπίσουμε, διαβάζοντας τις παραδοχές της κυρίας Λαγκάρντ; Η πολιτική που ρήμαξε την ελληνική κοινωνία και οικονομία φέρει – φαρδιά πλατιά- την υπογραφή και του ΔΝΤ. Οι εξωφρενικές μνημονιακές ρυθμίσεις που έπληξαν σε ανατριχιαστικό βαθμό τους οικονομικά ασθενείς και τη μεσαία τάξη, ακριβώς οι ίδιες οι οποίες μεγέθυναν κατά 16,7% το «γκρουπ» των πολύ πλούσιων ατόμων μεταξύ 2013 και 2014 (στοιχεία της Wealth –X, τέλος του 2014), φέρουν και την υπογραφή του ΔΝΤ. «Λάθη των πολλαπλασιαστών» (θυμάστε, αλήθεια;) παραδέχονταν τεχνοκράτες του ΔΝΤ, αλλά το «δια ταύτα» του εκπροσώπου του, του κ. Τόμσεν, παρέμενε ακλόνητο: Οι «επιστήμονες» δικαιούνται να κάνουν λανθασμένες «υποθέσεις» και να το παραδέχονται, αλλά αυτό δεν συνεπάγεται κανένα δικαίωμα για τα «πειραματόζωα».
Κι άντε, πες ότι αυτά αφορούν το πρόσφατο παρελθόν. Μήπως άραγε προαναγγέλλουν διαφορετικές αξιώσεις τα τωρινά λόγια της Κριστίν; Δεν διαφαίνεται κάτι τέτοιο. Νέες «μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό» ζητά. Μάλλον περιττεύει να υπενθυμίσουμε ότι στην ορολογία και πρακτική του ΔΝΤ ουδέποτε έως τώρα η έννοια «μεταρρύθμιση» αποσυνδέθηκε από την αντίστοιχη της «περικοπής», εκεί όπου … υπάρχει χρήμα. Αν, τώρα, το ΔΝΤ ισχυριστεί (υπόθεση εργασίας- σας φαίνεται, άραγε, αυθαίρετη; ) ότι οι συνταξιούχοι των 650 ευρώ είναι πολύ «προνομιούχοι» για να λάβουν, πάλι, 13η σύνταξη, απομένει να δούμε με ποια μούτρα η κυρία Λαγκάρντ θα επαναλάβει τη διαπίστωση περί των βαρών που σηκώνουν οι φτωχοί, οι «μεσαίοι», οι «μεσαίοι» που φτώχυναν…
ΟΚ, το ξέρουμε: Είναι τόση η μοχθηρία που δείχνουν σε βάρος της χώρας και της τωρινής κυβέρνησης τα «ιερατεία» Βερολίνου και Βρυξελλών, ώστε καμία φορά το ΔΝΤ μπροστά τους φαντάζει … φιλική δύναμη. Όμως ας μην τρελαθούμε κιόλας! Μια Λαγκάρντ που μιλά για τα βάρη των οικονομικά ασθενέστερων στην Ελλάδα ηχεί σαν κράμα Άννα, Καϊάφα και Πόντιου Πιλάτου μαζί. Κι αν στο ενδυματολογικό συνολάκι, για την καθημερινότητα που δεν συμπεριλαμβάνει συνάντηση με Βαρουφάκη, «κολλάει» και δέρμα κροκοδείλου, τα κροκοδείλια δάκρυα δεν ταιριάζουν καθόλου σε μια κοινωνία, η οποία συνεχίζει να υποφέρει και να μετρά αυτόχειρες και υποσιτισμένα παιδιά. Άντε, γιατί η ψεύτικη «κατανόηση» ώρες – ώρες καταντά χειρότερη κι από την ανοιχτό πόλεμο…
28 Φεβρουαρίου 2015
Εργασία για όλους
Εργασία για όλους
Ο Αμερικανός οικονομολόγος Χάιμαν Μίνσκι πίστευε ότι η οικονομική πολιτική θα πρέπει να εμπνέεται από το ιδεώδες της «δίκαιης κοινωνίας»
ΔΗΜΟΔΙΕΥΤΗΚΕ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 21.02.2015,
Συντάκτης: Θανάσης Γιαλκέτσης
H οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 έφερε ξανά στην επικαιρότητα τη σκέψη του Αμερικανού οικονομολόγου Χάιμαν Μίνσκι (1919-1996). Ο Μίνσκι ήταν η Κασσάνδρα που προφήτεψε την κρίση. Είχε έγκαιρα διαγνώσει ότι ο καπιταλισμός έχει μπει σε μια φάση (τη φάση του money manager capitalism) στην οποία οι χρηματοπιστωτικές αγορές κυριαρχούν πάνω στην πραγματική οικονομία. Αυτή η εξέλιξη καθιστά την οικονομία λιγότερο αποτελεσματική στο πεδίο της αύξησης της παραγωγικότητας και ταυτόχρονα περισσότερο ασταθή και εκτεθειμένη στον κίνδυνο ανεξέλεγκτων και καταστροφικών κρίσεων. Ο Μίνσκι κατέδειξε ότι οι τράπεζες και οι άλλοι χρηματοπιστωτικοί θεσμοί, καθώς γίνονται όλο και περισσότερο πολύπλοκοι και ανεξάρτητοι, μπορούν να προκαλέσουν την κατάρρευση ολόκληρου του οικονομικού συστήματος. Αν δεν υπάρξει ισχυρή δημόσια παρέμβαση, μια κρίση που θα προκληθεί από τον ανεξέλεγκτο χρηματοπιστωτικό τομέα μπορεί να μετατραπεί σε βαθιά ύφεση. Ο Μίνσκι πίστευε ότι η οικονομική πολιτική θα πρέπει να εμπνέεται από το ιδεώδες της «δίκαιης κοινωνίας». Το θεωρητικό του έργο προμηθεύει πολύτιμα στοιχεία για να κατανοήσουμε τη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα και να παρέμβουμε σ’ αυτήν. Το ακόλουθο άρθρο του Ιταλού οικονομολόγου Ντανιέλε Αρκιμπούτζι δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Il Manifesto».
Yπάρχουν δύο τρόποι για να καταπολεμήσουμε τη φτώχεια. Ο πρώτος είναι να διευρύνουμε τα επιδόματα που δίνουν στους άπορους τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουν τις πιο επιτακτικές ανάγκες τους. Ο δεύτερος είναι να βρούμε δουλειά για όλους, έτσι ώστε κάθε οικογένεια να μπορεί να μεριμνά για τις ανάγκες της με τους μισθούς που κερδίζει. Ο πρώτος τρόπος προέρχεται από τη φιλανθρωπία και έχει γεννήσει πολλούς από τους θεσμούς του κράτους πρόνοιας. Ο δεύτερος έχει οδηγήσει, αντίθετα, στις ενεργητικές πολιτικές της απασχόλησης και συχνά στην άμεση δημιουργία θέσεων εργασίας από μέρους της κυβέρνησης.
Ο Χάιμαν Μίνσκι υπήρξε ένας από εκείνους που αντιτάχθηκαν στον πρώτο τρόπο και ένας παθιασμένος υποστηρικτής του δεύτερου. Μαθητής του Σουμπέτερ στο Χάρβαρντ, προσεκτικός παρατηρητής των πολιτικών του New Deal, κεϊνσιανός οικονομολόγος από επιλογή, υπήρξε ένας σύμβουλος με κύρος –αν και δεν εισακουόταν– των αμερικανικών κυβερνήσεων των Δημοκρατικών. Υπήρξε ένας από τους πρώτους που αποκάλυψαν την αστάθεια και την ευθραυστότητα των χρηματοπιστωτικών συστημάτων της καπιταλιστικής οικονομίας και τους κινδύνους που συνδέονται με την υπερχρέωση των τραπεζών και των επιχειρήσεων.
Άρχιζε τις διαλέξεις του με μια προκλητική δήλωση: «Το πιο σημαντικό οικονομικό γεγονός της εποχής μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι κάτι που δεν συνέβη: δεν υπήρξε μια βαθιά και συνεχής ύφεση, ανάλογη με τη μεγάλη κρίση του 1929». Όσοι τον άκουγαν έκαναν ξόρκια κάτω από το κάθισμά τους, αλλά έπειτα εκτιμούσαν την πυκνή επιχειρηματολογία με την οποία ανέλυε τους κινδύνους που συνεπάγεται η χρηματοπιστωτική αστάθεια και περιέγραφε τις δράσεις που είναι αναγκαίες για τη θεραπεία της. Ούτε οι κυβερνήσεις ούτε οι κεντρικές τράπεζες πρόσεχαν αυτά που έλεγε.
Καθώς πέθανε το 1996, δεν πρόλαβε να δει να επαληθεύεται, το 2008, η δική του θλιβερή προφητεία, και μάλιστα για τους λόγους που αυτός είχε φωτίσει. Η Wall Street και το City, η Ουάσινγκτον και η Φρανκφούρτη μόνον μετά την καταστροφή άρχισαν να παίρνουν στα σοβαρά τις ιδέες του, τόσο που το περιοδικό «New Yorker» όρισε καυστικά αυτή τη μεταθανάτια δικαίωση ως «Minsky moment». Τώρα το Levy Economic Institute της Νέας Υόρκης μάς προσφέρει μιαν άλλη σειρά γραπτών του Μίνσκι αφιερωμένων στις πολιτικές της πλήρους απασχόλησης (Hyman Minsky, «Combattere la povertà», Ediesse, 2014). Ο Μίνσκι επεξεργάζεται τις ιδέες του για την εργασία σε μια περίοδο οικονομικής ανάπτυξης, της οποίας οι Ηνωμένες Πολιτείες ήσαν η ατμομηχανή. Παρά τα ποσοστά ανάπτυξης, που σε σύγκριση με την τωρινή στασιμότητα φαίνονται ιλιγγιώδη, ο Μίνσκι έβλεπε ήδη ένα από τα παράδοξα του καιρού μας, που είναι η αθλιότητα μέσα στην αφθονία.
Η κοινωνία της ευημερίας, υποστήριζε ο Μίνσκι, δεν μπορεί να δημιουργηθεί μόνο με πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας. Η συνδρομή που παρέχεται στους ανέργους μπορεί να βοηθήσει βραχυπρόθεσμα, αλλά το να αφήνουμε χιλιάδες νέους έξω από την αγορά της εργασίας ισοδυναμεί με το να καταστρέφουμε πολύτιμους ανθρώπινους πόρους. Χωρίς απασχόληση αυτοί οι νέοι δεν θα μπορέσουν να ενταχθούν στην κοινωνική και πολιτική ζωή. Θα είναι όμως δυσαρεστημένοι και εκείνοι που, με τους φόρους τους, θα πρέπει να τους συντηρούν για να μην κάνουν τίποτα.
Ο Μίνσκι θεωρούσε αναγκαίο να πλήξουμε τη δομική συνιστώσα της ανεργίας, που είναι η πηγή της δυσαρέσκειας και της κοινωνικής σύγκρουσης. Η κυβέρνηση όφειλε να είναι πιο τολμηρή, δημιουργώντας άμεσα εκείνες τις θέσεις εργασίας που η αγορά δεν ήταν σε θέση να δημιουργήσει. Από δω προκύπτει η ιδέα ότι η κυβέρνηση οφείλει να γίνει «εργοδότης έσχατης προσφυγής». Η ιδέα του Μίνσκι ήταν να δημιουργηθεί ένας εφεδρικός βιομηχανικός στρατός, έτοιμος να αναλάβει δράση σε περιόδους κρίσης, για προγράμματα κοινωνικών και περιβαλλοντικών υποδομών, ο οποίος έπειτα θα μπορούσε να απορροφηθεί από την αγορά στις περιόδους επέκτασης.
Το 1933 εκλέχθηκαν ο Αντολφ Χίτλερ και ο Φράνκλιν Ρούζβελτ με ένα μοναδικό κοινό σημείο: την άμεση δημιουργία απασχόλησης. Αυτό καταδείκνυε ότι δεν ήταν μόνον οι αυταρχικές κυβερνήσεις εκείνες που μπορούσαν να δημιουργούν εργασία, αλλά όφειλαν να το κάνουν και οι φιλελεύθερες και όποιος αποτύγχανε κινδύνευε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες κοινωνικές ταραχές. Αφού αφομοιώθηκε το μάθημα, στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου θα αναπτυχθούν και στην Ευρώπη προγράμματα για την εξασφάλιση της πλήρους απασχόλησης, όπως εκείνα του Ουίλιαμ Μπέβεριτζ στη Μεγάλη Βρετανία και του Ερνέστο Ρόσι στην Ιταλία.
Η διάρκεια της τωρινής οικονομικής κρίσης δεν μας επιτρέπει να λησμονήσουμε αυτήν την παράδοση. Η δημόσια παρέμβαση, που είναι χρήσιμη για να συγκρατεί τις επεκτατικές φάσεις του οικονομικού κύκλου, γίνεται ζωτικής σημασίας προκειμένου να εμποδιστεί η μετατροπή της ύφεσης σε μακροχρόνια οικονομική στασιμότητα.
Η κυβέρνηση Ομπάμα άντλησε διδάγματα από τις οικονομικές πολιτικές των κυβερνήσεων Δημοκρατικών προέδρων όπως ο Ρούζβελτ, ο Κένεντι και ο Κλίντον, ενώ η Ευρώπη αποκαλύφθηκε επικίνδυνα προκεϊνσιανή, μειώνοντας την κυβερνητική δαπάνη και διαλύοντας τις δημόσιες επιχειρήσεις σε μια περίοδο που υπήρχε η μεγαλύτερη ανάγκη γι’ αυτές, χωρίς εξάλλου να πετύχει κάποιο θετικό αποτέλεσμα στο δημόσιο χρέος. Κυρίως όμως κάηκαν οι ανθρώπινοι πόροι των νέων γενεών, που αρκέστηκαν στα επιδόματα και συνήθισαν να φυτοζωούν σε μια γκρίζα ζώνη κυριαρχούμενη συχνά από απραξία και απόγνωση.
Επί ένα τέταρτο του αιώνα ο Μίνσκι δίδασκε στο Πανεπιστήμιο Ουάσινγκτον του Σεντ Λιούις, έναν αποτελεσματικό ιδιωτικό θεσμό που απέχει μόνο δεκαπέντε λεπτά από το Φέργκιουσον, μια μικρή πόλη στην οποία το 17% του πληθυσμού, μεγάλο μέρος του οποίου είναι μαύροι, ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Ο Μίνσκι γνώριζε καλά για ποιο πράγμα μιλούσε. Αν εισακουόταν από την κυβέρνηση ίσως να μην υπήρχαν πλέον γκέτο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμερα το έργο του θυμίζει στην Ευρώπη ότι χωρίς εργασία για όλους, τα πολιτικά μας συστήματα κινδυνεύουν να καταρρεύσουν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



