30 Ιανουαρίου 2016

Γιατί, μάνα, με έβαλες στη βάρκα;

της Μαργαρίτας Ικαρίου Γιατί, μάνα, με έβαλες στη βάρκα; Τι θαλάσσιο σύνορο είναι αυτό; Στη μια πλευρά του, χέρι απλώνεται διασωστικό, μια κουβέρτα αγκαλιάς και μια ανάσα αλληλεγγύης. Στο άλλο, η Χάρυβδη παραμονεύει να καταπιεί τη σαπιόβαρκα που η ίδια ναυλώνει και να καταποντίσει τις δύσμοιρες ψυχές που απόθεσαν στα πόδια της όλο τους το βιος, για να γλυτώσουν τα παιδιά τους. navagio-prosfyges.jpg Στο νοσοκομείο της ακριτικής Σάμου, ένα αγοράκι παραμιλά από την υποθερμία. Ψελλίζει λέξεις ακατάληπτες, στα μαύρα του ολόγιομα μάτια όλη η φρίκη του ναυαγίου και η αγκαλιά του άδεια από αδέρφια. Το τρέμουλο δεν υποχωρεί, τα δάκρυα δε στερεύουν, μα μία φράση παίζει στο γραμμόφωνο της φωνής σα να κόλλησε η βελόνα της σκέψης: «…Γ ι α τ ί, μάνα, με έβαλες στη βάρκα;» Προδοσία και ψεύδος, λεηλασία κι αναλγησία. Σκληρό το αλισβερίσι στη φαιά γείτονα που υπεραμύνεται του «ευρωπαϊκού» της προφίλ. Το φορά φερετζέ, για να κρύψει ένα καλοστημένο κύκλωμα εκμετάλλευσης και σύγχρονου δουλεμπορίου που ανθεί και συνδαυλίζεται από έναν παρακράτει κρατικό μηχανισμό, με θεό το μπαξίσι. Βάρκες πλωτά φέρετρα. Διακινητές, κάποιοι φτωχοδιάβολοι που ρισκάρουν τη σύλληψη για λίγα γρόσια. Τα σωσίβια, φτηνοκατασκευές που παρασύρουν στον υγρό θάνατο. Κι η ανθρώπινη ζωή, ένα μικρό σάρκινο σακί για τους εμπόρους των εθνών.
Διεθνές το έγκλημα κατά των αμάχων. Όσοι γλύτωσαν από τη χαντζάρα των τζιχαντιστών, όσοι διέφυγαν από τις ατραπούς εξαθλίωσης και εξαπάτησης των «γειτόνων», όσοι δεν καταποντίστηκαν στου Αιγαίου τα βάθη, δε συντρίφτηκαν στις απόκρημνες ακτές κι ούτε έχασαν τη μάχη με τη ζωή από την παγωνιά της χειμωνιάτικης νύχτας στο πέλαγο, οδηγούνται σε σύγχρονα Άουσβιτς για να τους καταπιούν τα κρεματόρια «πολιτισμένης» Ευρωπαϊκής εργασίας. Στα ακριτικά νησιά των μυρωμένων ημερών και των μερωμένων ανθρώπων, η απόγνωση κυλά από τα μάτια στη γλώσσα και ο αναθεματισμός για τον τόσο «πολιτισμό» των αδιάφορων, γίνεται κουβέρτα αλληλεγγύης και δίχτυ κοινωνικής συσπείρωσης. Μα… δε φτάνει! Στις μαύρες σακούλες που μεταφέρονται τα πτώματα των προσφύγων, έχει τσουβαλιαστεί κάθε έννοια αξιοπρέπειας, απέναντι στη ζωή και στο θάνατο. Εθελοντές της πρώτης γραμμής, αντιπαλεύουν με «εθελοντές» αργυρώνητους. Εκείνοι που παίζουν κυνηγητό με το θάνατο και την αγρύπνια κάθε νύχτα, εκείνοι που σκαρφαλώνουν σα κατσίκια σε απόκρημνα βράχια για να κατεβάσουν ένα παιδάκι και μια μάνα που ολοφύρεται, όσοι βουτούν με τον πληρωμένο από το υστέρημά τους εξοπλισμό για να φέρουν στην επιφάνεια τα μακάβρια ευρήματα-πειστήρια για την πανευρωπαϊκή αναλγησία, υποσκελίζονται από τους «αβρόχοις ποσίν» καλοπληρωμένους εθελοντικάριους, με τα ακριβά μπουφανάκια και τα λογότυπα στις εξευρωπαϊσμένες πλάτες.
Καταλύθηκε κάθε έννοια δικαίου και ανθρωπισμού. Μια κουβέρτα και μισό πιάτο φαί "πετάει" στα μούτρα των προσφύγων που διασώζονται -χάρη στη φιλοτιμία των νησιωτών- η υποτιθέμενη "πολιτισμένη" Ευρώπη, χρηματοδοτώντας με το ένα χέρι τις όποιες «οργανώσεις» ενώ με το άλλο, εξοπλίζει τον ISIS και υποστηρίζει αυτό το σύγχρονο δουλεμπόριο που διοχετεύει στις χώρες-μέλη υπόδουλα και φτηνά εργατικά χέρια. Κραδαίνοντας πάνω από το κεφάλι της Ελλάδας τη δαμόκλειο σπάθη της συνθήκης Σένγκεν και ζητώντας να γίνει το Αιγαίο των πολιτισμών και της σύνδεσης των λαών, μια ανθρώπινη «κρισάρα». Ένα βαρκάκι λάμνει κι απόψε στην Αχερουσία του Αιγαίου. Ασταμάτητα, ακούραστα, μεθοδικά κι άλλες ψυχές οδηγούνται στον πνιγερό θάνατο. «Μάνα, γ ι α τ ί με έβαλες στη βάρκα;;;!» - See more at: https://left.gr/news/giati-mana-me-evales-sti-varka#sthash.Ead87Es5.dpuf