26 Δεκεμβρίου 2014

Στη χώρα που κανένας δεν θέλει να μείνει.......

ΤΗΣ ΝΤΙΝΑΣ ΒΑΪΟΥ δημοσιευτηκε στην Αυγή 25-12-2014 Δεν θέλω να μείνω εδώ. Κανένας δεν θέλει να μείνει εδώ. Δεν έχεις δουλειά εδώ, δεν έχεις σπίτι, τίποτα δεν έχεις (Aziza) Όταν η Aziza μιλούσε με τις φίλες από το Μωβ (www.tomov.gr), μια μέρα πριν την εκδίωξη των Σύρων προσφύγων από το Σύνταγμα, δεν μπορούσε να ξέρει πόσο διεισδυτικά συνόψισε μια γενικευμένη αίσθηση για μιαν Ελλάδα που μας πληγώνει, καθώς τα «επιτεύγματα» των νεοφιλελεύθερων πολιτικών αφήνουν το βαθύ τους αποτύπωμα στην κοινωνία. Ο παραγωγικός ιστός της χώρας κατεδαφίζεται συστηματικά και ο δημόσιος πλούτος βγαίνει στο σφυρί χωρίς αιδώ, κλείνοντας πόρτες και προοπτικές. Οι νέοι φεύγουν προς κάθε δυνατή κατεύθυνση, έτσι η κυβέρνηση μπορεί να μας ανακοινώνει μια ακόμη «επιτυχία»: μειώθηκε η ανεργία το τρίτο τρίμηνο του 2014! Και βέβαια μειώθηκε, αφού δεν περιλαμβάνονται πια σ' αυτήν όλα εκείνα τα λαμπρά μυαλά που μετανάστευσαν για μεγαλύτερα ή μικρότερα διαστήματα στη Γερμανία, στα Εμιράτα, στην Αυστραλία και όπου αλλού υπάρχουν πρόθυμοι να επωφεληθούν από το ανθρώπινο κεφάλαιο που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα, συχνά και στο δημόσιο πανεπιστήμιο, το οποίο οι μνημονιακές κυβερνήσεις με κάθε τρόπο επιχειρούν να αποδιαρθρώσουν. Οι άρρωστοι, ιδιαίτερα όσοι πάσχουν από χρόνια νοσήματα και χρειάζονται ακριβές θεραπείες και μακροχρόνια παρακολούθηση, οδεύουν στον Καιάδα του συστήματος υγείας. Οι «ξεχασμένες» αρρώστιες ξαναχτυπούν και το προσδόκιμο ζωής μειώνεται καθώς όλο και περισσότεροι κάτοικοι αυτής της χώρας εκπίπτουν από το δικαίωμα στην πρόληψη, τους εμβολιασμούς, τα φάρμακα. Τα περιστατικά κατάθλιψης και οι αυτοκτονίες αυξάνονται, ιδιαίτερα στη διάρκεια των γιορτών. Η φιλοπατρία των γιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού δεν αρκεί πια για να καλύψει τα κενά που φτιάχνουν τα συστηματικά χτυπήματα νεοφιλελεύθερης έμπνευσης. Οι ορατοί και αφανείς άστεγοι στην πόλη δεν απασχολούν τα μίντια όσο ο χειμώνας παραμένει μαλακός. Ταυτόχρονα, το «κεραμίδι πάνω από το κεφάλι», από όνειρο, επιδίωξη και διαδικασία κοινωνικής ένταξης, έγινε ανάθεμα μέσα στον καταιγισμό φορο-επιβαρύνσεων, προσθέτοντας και άλλους στην αστεγία ή τη στεγαστική επισφάλεια. Οι ουρές στα συσσίτια, τα πεινασμένα παιδιά στα σχολεία, αλλά και το συγκλονιστικό θέαμα των ηλικιωμένων που ψάχνουν στα σκουπίδια για κάτι φαγώσιμο δεν είναι άγνωστα στη χριστουγεννιάτικη Αθήνα, όπου ο δήμαρχος διεκδίκησε την απομάκρυνση των προσφύγων από τον δημόσιο χώρο για να τον διακοσμήσει... γαλανόλευκα. Η αλληλεγγύη της οικογένειας, ακόμη κι όταν υπάρχει, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κατάρρευση των μισθών, των συντάξεων και των ασφαλιστικών παροχών. Οι πολίτες (ξανα)γίνονται αναλώσιμοι, μετά από το σύντομο διάστημα της μεταπολίτευσης, για το οποίο έχει ξεκινήσει από διάφορες πλευρές συστηματική προσπάθεια ενοχοποίησης για όλα τα δεινά της χώρας. Ακόμη πιο αναλώσιμοι οι μετανάστες και οι μετανάστριες, που εδώ και είκοσι πέντε χρόνια επιχειρούν να στήσουν μια καινούργια ζωή σ' αυτόν τον τόπο, χωρίς ποτέ να αναγνωρίζεται η συμβολή τους στην οικονομία και την κοινωνία. Κατά πού να φύγουν αυτοί, ιδιαίτερα οι νέοι που εδώ γεννήθηκαν και/ή μεγάλωσαν «της ημετέρας παιδείας μετέχοντες»; Αν πεθαίναμε στη Συρία, θα είχαμε πεθάνει μια φορά. Εδώ όμως πεθαίνουμε κάθε μέρα, θα πει η Leyla στο Μωβ. Με έναν τραγικό τρόπο, αυτή η διαπίστωση δεν αφορά μόνο τους πρόσφυγες από τις εμπόλεμες ζώνες. Στη χώρα όπου «κανείς δεν θέλει να μείνει», τα κοινωνικά δικαιώματα θυσιάστηκαν στη μαύρη τρύπα του χρέους, η βία ενδημεί και γίνεται όλο και πιο καθημερινή και ανεκτή, τα δημόσια αγαθά και το δημόσιο συμφέρον παραδίδονται βορά στους «πελάτες» των κρατούντων και η δημοκρατία προσβάλλεται σε κάθε στιγμή του δημόσιου βίου, αφήνοντας πίσω γυμνές ζωές. Έχει έρθει ο καιρός να σταματήσει ο κατήφορος, έστω κι αν αυτό είναι το ελάχιστο και μέγιστο επίτευγμα μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, αλλά και μιας κοινωνίας που θα χρειαστεί να επαν-επινοήσει τους όρους μιας κοινής ζωής, παραμένοντας σ' αυτή τη χώρα.